Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Ζόχια



Φώτης Κόντογλου, "Άγιοι Σαράντα" (Εθνική Πινακοθήκη)

 9 του Μάρτη σήμερα, γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, που ρίχτηκαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβάστειας του Πόντου γύρω στο 300.
Αυτή τη μέρα στα χωριά μας, οι προγονοί μας εφάρμοζαν ένα τελετουργικό με τον "μαγικό" αριθμό σαράντα, για να προστατευτούν από τα φίδια.
Έβρισκαν ένα ζόχι, το έτρωγαν ωμό κι έλεγαν τους μαγικούς στίχους:
«Σαράντα, μαράντα
Σαράντα φίδια φύγετε
Σαράντα ράχες πάρτε
Γιατί έφαγα το ζόχι μου
Και θα σας φαρμακώσω»

Λίγες πληροφορίες για το ζόχι από τη Βικιπαίδεια:

Ζοχός ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus)
Ο ζοχός ή ζοχιά (λέγεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και τζοχός, ντζοχός ή σφογκός), είναι φυτό μονοετές, διετές ή πολυετές και έχει όρθιο βλαστό και χυμό σαν γάλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Sonchus oleraceus (Ζοχός ο λαχανώδης). Τα φύλλα του είναι απλά και πτερωτά και η βάση τους περιβάλλει το βλαστό. Έχει μικρά και κίτρινα άνθη, συγκεντρωμένα σε κεφάλια που περιβάλλονται από επιμήκη βράκτια. Το γνωστότερο είδος είναι ο Ζοχός ο λαχανώδης, ο οποίος έχει πτερόλοβα και οδοντωτά φύλλα.
Είναι φυτό γνωστό από τα αρχαία χρόνια, με το όνομα σόγχος (σόγχος του Θεόφραστου). Αναγνωρίστηκε κυρίως η φαρμακευτική του αξία. Οι ιθαγενείς της Χιλής Μαπούτσε χρησιμοποιούσαν το ζοχό ως αντιπυρετικό και αιμοκαθαρτικό. Περιέχει βιταμίνη C και βιταμίνη Κ.

Καρπός
Στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά πέντε είδη και συλλέγονται όταν είναι τρυφερά. Ο καρπός του λέγεται ζοχί, ζώχι (πληθυντικός ζοχιά ή ζώχια)). Είναι εδώδιμος (για τον άνθρωπο και, όταν ξεραθεί, για τα πτηνά) και πολύ θρεπτικός. Τα ζοχιά μαγειρεύονται συνήθως μαζί με άλλα άγρια χόρτα.

Αγριοζοχός
Ο αγριοζοχός (Urospermum picroides) ανήκει στην ίδια οικογένεια με το ζοχό. Θεωρείται γενικά ζιζάνιο, γιατί παρεμποδίζει τις καλλιέργειες, ενώ ο ετήσιος κύκλος ζωής του βοηθά στη γρήγορη εξάπλωσή του. Η γεύση του είναι πικρή, απαλύνεται όμως με τη χρήση λεμονιού. Ο αγριοζοχός μπαίνει σε σαλάτες μαζί με άλλα χόρτα ή σε χορτόπιτες.


Κι άλλη μια γραπτή μαρτυρία για ένα έθιμο στο χωριό μας αυτή τη μέρα:

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Η ασελγής γοητεία του παθητικού




του Raoul Vaneigem

Αν για μια στιγμή μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις προσδοκίες, τα όνειρα που όλοι μας κουβαλάμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας, ίσως να μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος, κάθε δευτερόλεπτο πού περνά, κινείται και αλλάζει. Κινείται και αλλάζει, όπως εν τέλει κινούμαστε και αλλάζουμε κι εμείς. Όλα βρίσκονται σε μια διαρκή και ανεπανάληπτη κίνηση. Προς τα πού; Για ποιο λόγο; Σε ποια κατεύθυνση;

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα, πού σε μια στιγμή «κενού» χρόνου περνάνε, ίσως, από την σκέψη όλων. Στη συνέχεια ξεχνιόμαστε, για την ακρίβεια αισθανόμαστε πολύ μικροί για να ασχοληθούμε με τόσο βαριά και άλυτα θέματα. Επιστρέφουμε στις μικρές ζωές μας, στις ασχολίες μας, πού νομίζουμε ότι μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα, αφήνοντας όλα αυτά τα θέματα στη ασχολία των ειδικών, των φιλοσόφων, των οραματιστών, σε όλους εκείνους δηλαδή πού τους έχουμε εξορίσει έξω από τη στενή, ρεαλιστική πραγματικότητα. Τους έχουμε εξορίσει, είτε έχουν εξοριστεί από μόνοι τους, δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, παρ’ όλα αυτά περιμένουμε να μας φέρουν τις απαντήσεις από την «άλλη γη», που η καθημερινότητά μας και η καθημερινότητα του πραγματικού και ρεαλιστικού μάς έχει αποκλείσει.

Όταν όμως αποκόβεσαι οικειοθελώς από την πηγή, είναι απολύτως σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα διψάσεις και, όταν θα διψάσεις, το νερό μπορεί να είναι δυσεύρετο, γιατί θα έχεις απομακρυνθεί.

Εδώ λοιπόν είμαστε!

Άνυδροι και κάθιδροι, μέσα στη παγερή ζεστασιά της ρεαλιστικής πραγματικότητας. Όταν μιλούν οι αριθμοί, οι παθητικοί άνθρωποι οφείλουν να σωπαίνουν. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί εντέλει δεν έχουν τίποτα να πουν. Έτσι νομίζουν. Αλλά και λόγω του ότι οι αριθμοί, οι εξισώσεις, οι πολλαπλασιαστές, οι αναπτύξεις, έχουν προ πολλού αντικαταστήσει τον οιονδήποτε Λόγο πού μπορεί να υπάρξει. Στον παθητικό άνθρωπο η λογιστική της καθημερινής ζωής έχει αντικαταστήσει όλα τα ιερά και όσια πού μπορεί κάποιος να φανταστεί. Ο παθητικός άνθρωπος μπορεί να παρακολουθεί αυτοκτονίες, θανάτους, πείνα, φτώχεια και αρρώστια, πνευματική εξαθλίωση και μιζέρια, χαμογελώντας όταν οι ιεροί αριθμοί της λογιστικής δείχνουν ανάκαμψη. Σκυθρωπιάζει, όταν δείχνουν κάμψη και έλλειψη.

Ο παθητικός άνθρωπος έχει αντικαταστήσει την πηγή πού έπινε νερό με τους δείκτες του χρηματιστηρίου. Εγκατέλειψε την ησυχία των ναών και βρίσκει την ύπαρξη του μέσα σε μια αίθουσα πού για κάποιες ώρες τρέχουν ατελείωτοι αριθμοί, αριθμοί πού ορίζουν τύχες ολόκληρων λαών!!!

Ο παθητικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άλλο ιερό από το χρήμα. Η πραγματικότητα που διαμορφώνει στερείται διεξόδων σε άλλες περιοχές της ύπαρξης. Δεν αντέχει τα μεγάλα βάθη των πνευματικών αναζητήσεων, γιατί ο ρεαλισμός πού καλείται να πραγματώσει αρχίζει και τελειώνει μέσα στα στενά όρια της επιβίωσης. Οι ουτοπίες τού προκαλούν ακραιφνή νύστα. Η αναζήτηση άλλων προϋποθέσεων ύπαρξης τον κουράζουν. Ο ρομαντισμός του εξαντλείται πολύ σύντομα από το πρωινό ξυπνητήρι, πού τον καλεί να συμμετάσχει στη φάρμα των προσγειωμένων, των προσαρμοστικών, και φθονεί, δεν ζηλεύει, φθονεί εκείνον που πάει να ξεφύγει απελπισμένα σε άλλες πραγματικότητες.

Το φαντασιακό του παθητικού ανθρώπου είναι η τηλεόραση και ο υπολογιστής του, μέσα από τα οποία πραγματώνει εικονικά, συνομιλώντας με το κουτιά, λες και αυτά τα κουτιά τον ακούν, ό,τι αυτά του υποβάλλουν.

Ο παθητικός άνθρωπος είσαι εσύ, είμαι εγώ, είναι αυτός με τον οποίο κοιμάσαι στο κρεβάτι, είναι αυτός πού συναντάς στη στάση το πρωί, είναι αυτός πού δουλεύεις μαζί του, είναι αυτός με τον οποίο συμφωνείς, αλλά κι εκείνος με τον οποίον διαφωνείς. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, που αγαπά, μισεί και χαίρεται, αγανακτεί και λυπάται μέχρι ενός ορίου, όσο αυτό το όριο δεν θίγει την ρεαλιστική πραγματικότητα.

Όσο η ρεαλιστική πραγματικότητα γίνεται συμπαγής, τόσο η κίνηση και η αλλαγή επιβραδύνεται, δεν σταματά, επιβραδύνεται, σε όλα τα επίπεδα. Προσωπικά, κοινωνικά, αυτή η επιβράδυνση παίρνει με τον καιρό τα χαρακτηριστικά ενός βαλτώδους περιβάλλοντος. Όλα παραμένουν στατικά και ίδια. Οι συνήθειες, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα γίνονται το μόνιμο ντεκόρ ατόμων και κοινωνιών πού εξορίζουν την κίνηση, την φρεσκάδα, την αλλαγή, την έμπνευση, σ’ ένα απώτερο μέλλον. Αλλά, κυρίως, αποκλείουν το όραμα από την ζωή των ανθρώπων. Την διάθεση να κινηθούν σε κάτι πού να είναι καλύτερο από αυτό πού ζουν.

Η στάση επενδύει στο φόβο. Ο φόβος επενδύει στη συρρίκνωση. Η συρρίκνωση στη βλακεία. Η βλακεία στην έλλειψη λογικής. Παρατηρείται διάθεση για βύθιση στο αρνητικό. Εκείνο που ανυψώνει τον άνθρωπο καθίσταται θολό και ασαφές, εντέλει άχρηστο.

Ο αγώνας για τον απεγκλωβισμό από την παθητικότητα είναι αγώνας δίχως σημαίες, φανφάρες και εξαγγελίες, δίχως αντίκρισμα. Είναι αγώνας πού δίνεται σε περιοχές σκοτεινές της ανθρώπινης υπόστασης και δεν υποστηρίζεται από κανέναν. Οι ήττες του είναι σαφώς περισσότερες από τις νίκες, αλλά εκεί πού νικά ανοίγει παράθυρα από τα οποία το φως πού εισέρχεται διαλύει σκότη πνευματικά, κοινωνικά, προσωπικά.

Είναι το Φως της ελπίδας και του οράματος για κάτι καλύτερο μέσα στο κόσμο, μέσα στον άνθρωπο.

Το παθητικό είναι ο θάνατος της ζωής.

Η ζωή είναι αέναη κίνηση εξέλιξης του υπάρχοντος σε κάτι ανώτερο.
“Όπου η ελευθερία υποχωρεί ένα χιλιοστό,
αυξάνεται στο εκατονταπλάσιο το βάρος της τάξης πραγμάτων»
«Η επανάσταση της καθημερινής ζωής»

Ο Raoul Vaneigem είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος.
Πηγή: Η ασελγής γοητεία του παθητικού - RAMNOUSIA

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Σκοτώνουν την ευθύνη όταν γεράσει

Μπάγια 1913 (φωτ. Freud Boissonas)


Γράφει η Niemandsrose

Είχε ξυπνήσει πάλι ξημερώματα. Συνήθεια χρόνων πια. Η γη δαμάζεται πολύ πρωί, να σε περονιάζει το κρύο. Δεν είναι στίχοι του Γεράσιμου Μαρκορά: «ξημερώνει αυγή δροσάτη / με το πρώτο της πουλί / λες και κράζει τον εργάτη / στην φιλόπονη ζωή», έναμιση αιώνα πριν. Είναι σήμερα.
Πίνει τον καφέ της μπροστά στην τηλεόραση. Φοράει τσεμπέρι στα μαλλιά, τραβηγμένα πάντα κότσο. Από κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες και μνημόσυνα. Η Εκκλησία παρούσα σε κάθε έκφανση της ζωής. Γαλουχήθηκε μέσα στα κεριά, τα λιβάνια και τα εικονίσματα. Από τέχνη, οι σαπουνόπερες των ιδιωτικών καναλιών. Τα τούρκικα σίριαλ δεν τα βλέπει. Όχι από νεόκοπο σοβινισμό. Η γλώσσα της είναι διανθισμένη από λέξεις του αραβικού και του ενετικού κόσμου. Κι ας έζησε μια ζωή αταξίδευτη. Δεν τα παρακολουθεί, γιατί δεν προφταίνει να διαβάσει τους υπότιτλους. Είναι λειτουργικά αναλφάβητη. Από βιβλία, συναξάρια και την Αγία Γραφή. Πέρασε όλη την ενήλικη ζωή της ντυμένη στα σκούρα. Δεν έχει φορέσει παντελόνι. Δεν είναι σκίτσο στο ιρανικό «Persepolis». Είναι εδώ. Αθέατη.

Σαρακατσάνες στα βουνά του Παπίγκου 1922 (φωτ. Karsten Hoeg)

Δουλεύει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Η παιδική εργασία δεν καταργήθηκε ποτέ στην ελληνική ύπαιθρο. Στο νοικοκυριό των μηδενικών κομφόρ, στα χωράφια των πρωτόγονων γεωργικών εργαλείων, στον αργαλειό, στο ζύμωμα, ώστε να λέει πως όλα περάσανε απ’ τα χέρια της. Που τώρα έχουν αρθρίτιδα και τρέμουν. Μια σκεβρωμένη φιγούρα. Το είδωλό της αντικατοπτρίζεται στην οθόνη. Στην οθόνη προβάλλουν τηλεπερσόνες εκπάγλου καλλονής, τσιρίζουσες σε τέμπο αλέγκρο. Οι ίδιες που από ορεινά ξέρουν μόνο τα χιονοδρομικά των τζιπάτων, με τις στολές του σκι και του φρέντο lifestyle, που κοιτάζοντάς τους αντιλαμβάνεσαι πως οι εξωγήινοι στον «Πόλεμο των κόσμων» του Χέρμπερτ θα είχαν περισσότερη συναίσθηση του πού βρισκόμαστε.

Αλώνισμα στο Κουκούλι τη δεκαετία του '50 (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

Φέρνει κούτσουρα και προσάναμμα να ανάψει την ξυλόσομπα. Δεν επέστρεψε στη σόμπα τώρα με την κρίση. Στην κρίση γεννήθηκε, μεγάλωσε, γέρασε και θα πεθάνει. Από το μαγκάλι στη σόμπα ήταν η διαδρομή της ζεστασιάς της. Μετά θα μαγειρέψει στο πετρογκάζι. Δεν ανάβει την ηλεκτρική κουζίνα, γιατί καίει πολύ ρεύμα, θα πει. Κι αργότερα θα σκουπίσει την αυλή απ’ τα ξερόκλαδα και θα ξεχορταριάσει τις γλάστρες της. Από το δρόμο τη χωρίζει μια ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα. Κάποιος πλανόδιος μικροπωλητής, δήθεν για να της πουλήσει από το εμπόρευμά του, αποπειράται να τη χτυπήσει και να τη ληστέψει. Μπήγει τις φωνές, ξεπροβάλλουν όσα γεροντάκια απομείναν ζωντανά, σπεύδοντας για βοήθεια. Με ό,τι μέσο τούς ήταν εύκαιρο: μπαστούνια και σκουπόξυλα. Ο κλέφτης το έβαλε στα πόδια.
Όχι, δεν θέλουμε περισσότερη αστυνόμευση. Περισσότερη δικαιοσύνη θέλουμε. Λιγότερους πένητες που θα γυαλίσει το μάτι τους στην ιδέα της καταχωνιασμένης ψωροσύνταξης κάτω απ’ το στρώμα της γιαγιάς. Θέλουμε η γιαγιά που σακατεύτηκε δουλεύοντας από δέκα χρονώ να έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα ορθοπεδικό στρώμα. Να μην κλαίει από τον πόνο, γιατί δεν δικαιούται άλλες παυσίπονες ενέσεις. Κι όχι, δεν θέλουμε να φύγουν οι ξένοι. Δεν ήταν ξένος ο κλέφτης. Οι «ξένοι» ρίζωσαν, έφτιαξαν σπίτια, γέννησαν παιδιά, έδωσαν ζωή στο χωριό. Η Τανούτα, η Πολωνέζα, ήταν η αποκλειστική που φρόντισε την κατάκοιτη ηλικιωμένη στο χωριό. Ο Σάκης, ο Αλβανός με το εξελληνισμένο όνομα, για πέντε ευρώ τούς ταχτοποίησε την αποθήκη, τους μετέφερε τα καυσόξυλα, τους συντρέχει. Ο αδερφός του Σάκη τούς ασβέστωσε όλο το σπίτι πέρυσι. Οι μετανάστες ήρθαν εργάτες στα χωράφια που ρήμαζαν, όταν τα παιδιά του παππού και της γιαγιάς είχαν μετοικήσει στις πόλεις, έτσι ώστε αργότερα τα απολιτίκ κι άφυλα χίπστερ εγγόνια να τους απαλείψουν πλήρως από τη μνήμη, τη γλώσσα, τις αναφορές τους. Δεν ξεμπερδεύεις με ένα delete, φίλε.

Στο Βιτσκό (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

Την Τρίτη τέθηκαν σε προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή «τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου». Η κυβέρνηση της «ευθύνης» έπεισε πως έχουμε ευθύνη να ασπαστούμε την κυνική, ανάλγητη και στρεψόδικη γλώσσα τους, τους ευφημισμούς που συγκαλύπτουν ανοσιουργήματα. Έχουμε ευθύνη να συνηθίσουμε «τα εγκλήματα του λευκού κολάρου», των οικονομικών σκανδάλων, των υπεξαιρέσεων, των off-shore, και να είμαστε απολύτως ικανοποιημένοι, όταν από τη ληστοσυμμορία τους καταδικάζεται ένας κάθε δέκα χρόνια. Έχουμε ευθύνη να αποδεχτούμε τη μετατροπή του αγροτοσυνδικαλιστικού κινήματος σε εκκολαπτήριο τοπικών αρχόντων και βουλευτών, να αφήσουμε βορά τους ανθρώπους της υπαίθρου στα ψηφοθηρικά τεχνάσματα που εξασκούν χρόνια οι κυβερνώντες του πελατειακού συστήματος και πλέον βορά στη ρητορική του μίσους των νεοναζί. Έχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε τους ηλικιωμένους στη μοίρα τους και να αποδεχτούμε τον αναλφαβητισμό, την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, την απώλεια των ασφαλιστικών εισφορών, τις συντάξεις πείνας, την απομόνωση, τη φτώχεια και τελικά την εξαθλίωση. Έχουμε ευθύνη να μην τους επιτρέψουμε να φύγουν από τη ζωή με αξιοπρέπεια.
Τέτοια ευθύνη να μην αναλάβουμε.


Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Πανωσουδενιώτικα τοπωνύμια


Τα στοιχεία που ακολουθούν προέρχονται από τη Διδακτορική Διατριβή του καθηγητή Γλωσσολογίας Κώστα Οικονόμου: "Τοπωνυμικό Ζαγορίου" (Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, 1986). 
Η Γκορίλα από την Αραβνά



 
Στις Μέσες λίγο πριν το θέρο
Τα καμένα δέντρα του Στάλου

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Χρυσάφι είναι το βουνό...




«Εις οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης». Που σημαίνει: «Ένας είναι ο καλύτερος οιωνός: ν’ αγωνιζόμαστε για την πατρίδα.» (Ιλιάδα, Μ 243)
Όπως οι απλοί άνθρωποι της Χαλκιδικής, που αμύνονται περί πάτρης, αγωνιζόμενοι ενάντια στην καταστροφική απληστία ντόπιων και ξένων «συμφερόντων». 
Σ’ αυτόν τον αγώνα ταιριάζει το παρακάτω θαυμάσιο άρθρο του Ελύτη:



«Χρυσάφι είναι το βουνό, χρυσάφι το νερό μας, χρυσάφι είναι ο τόπος μας, και τ’ όμορφο χωριό μας.
Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα.
Ω, και να μπορούσανε, λέει, και τα οργανωμένα κράτη να οργανώσουνε μια δημόσια ζωή, με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του Υπουργού Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας αποριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες των συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε-πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ, όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο.
Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε, όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουν για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις ημέρες μας, αλλά από το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι, το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι, το χράμι, όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων.
Τι σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιος καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας, πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει μ’ εκείνο των αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε, αλλά δεν τη βλέπουμε; Ο αέρας που ακούμε, αλλά δεν τον εισπνέουμε;
Κουράστηκα να τα λέω. Θα ‘θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πώς; Που νιώθω να ‘μαι ακόμα γεμάτος, φορτωμένος, με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων... Τα μωβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μού κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πώς όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ’ αδειάσω, έσβησα».

Οδυσσέας Ελύτης, Τα δημόσια και τα ιδιωτικά, εκδ. Ίκαρος, Μάιος 1990

Στον κάμπο

Το πηγάδι στη Λεύκα