Τετάρτη 20 Μαρτίου 2013

Εαρινή ισημερία

Λουλουδιασμένο χωράφι στα Κάτω Σδενά

21η Μαρτίου: εαρινή ισημερία. Η αρχή της Άνοιξης.
Γι’ αυτόν το λόγο διάφοροι φορείς βρίσκουν την ευκαιρία να αφιερώνουν αυτή την ημερομηνία σε διάφορες «παγκόσμιες» μέρες, με σημαντικότερες τη μέρα της ποίησης και της δασοπονίας.
Σκέφτηκα να τιμήσουμε μαζί αυτές τις δύο «γιορτές», μ’ ένα ποίημα του Σεφέρη, τον «Αστυάνακτα». (Ο Αστυάναξ, σύμφωνα με τη μυθολογία, ήταν γιος του Έκτορα και της Ανδρομάχης.) Στο ποίημα "μιλάει" ο νεκρός Έκτορας.

Η Ανδρομάχη μοιρολογάει τον νεκρό Έκτορα (Jacques Louis David, 1783)

Τώρα που θα φύγεις, πάρε μαζί σου και το παιδί
που είδε το φως κάτω από εκείνο το πλατάνι,
μια μέρα που αντηχούσαν σάλπιγγες και έλαμπαν όπλα
και τ’ άλογα ιδρωμένα σκύβανε ν’ αγγίξουν
την πράσινη επιφάνεια του νερού
στη γούρνα με τα υγρά τους τα ρουθούνια.

Οι ελιές με τις ρυτίδες των γονιών μας
τα βράχια με τη γνώση των γονιών μας
και το αίμα του αδερφού μας ζωντανό στο χώμα
ήτανε μια γερή χαρά, μια πλούσια τάξη,
για τις ψυχές που γνώριζαν την προσευχή τους.

Τώρα που θα φύγεις, τώρα που η μέρα της πληρωμής
χαράζει, τώρα που κανείς δεν ξέρει
ποιον θα σκοτώσει και πώς θα τελειώσει,
πάρε μαζί σου το παιδί που είδε το φως
κάτω απ’ τα φύλλα εκείνου του πλατάνου
και μάθε του να μελετά τα δέντρα.


Σφεντάμι στον κάμπο

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Το "Παράπονο" του Ελύτη




Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». 

Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη εκφράζει ένα ευρύ φάσμα. Σε αντίθεση με άλλους, δεν στράφηκε προς την αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, αλλά αφιερώθηκε στο σύγχρονο ελληνισμό, πάνω στον οποίο επιχείρησε να καταστήσει σημαντική τη μυθολογία και τους θεσμούς. Βασικός του στόχος ήταν να απαλλάξει τη συνείδηση των ανθρώπων από αδικαιολόγητες μεταμέλειες, να συμπληρώσει τα φυσικά στοιχεία μέσω ηθικών δυνάμεων, να πετύχει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στην έκφραση και να κατορθώσει τελικώς να προσεγγίσει το μυστήριο, «τη μεταφυσική του φωτός», σύμφωνα με το δικό του ορισμό.



Ευκαιρίας δοθείσης, παρουσιάζουμε ένα απλό κι ωραίο κείμενό του:



Το παράπονο (απόσπασμα)


Αναρωτιέμαι μερικές φορές: είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά πως η ζωή μου είναι μία; Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

Μούτρα. Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Τη μέρα, την κάθε σου μέρα. Να περιμένεις την Παρασκευή, που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή, για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

Και να μη βλέπεις πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες, που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους. Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται. Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους. Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δύο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά. Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα. Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς. Λες κι ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω. Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους. Που κοιτάζουν με μάτια άδολα κι αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους. Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ. Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν. Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

Όσο κι αν κανείς προσέχει

όσο κι αν το κυνηγά

πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά,

δεύτερη ζωή δεν έχει.



Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Το βαθύτερο νόημα της αποκριάτικης φωτιάς

Πάνω Σουδενά, Αποκριές του 2008


Τμήμα από το άρθρο του Θεόδωρου Σαμαρά: «Πώς γιορτάζονται οι Αποκριές στα Γιάννενα»





Γράφτηκε πως «η ιδέα και η θέα της φωτιάς στα σοκάκια και τους μαχαλάδες της παλιάς μικρής μας πόλης ζέσταινε τις καρδιές και τα κορμιά μικρών και μεγάλων, κάνοντας να αναθαρρεύουν στις εποχές και στις συνήθειές τους». Κι αυτό είναι αλήθεια. Η φωτιά είναι ένα ιερό στοιχειό. Κρύβει μέσα της μεγάλη δύναμη, που μεταδίδεται σ’ όποιον έρθει σε σχέση μαζί της. Σχέση ιεροτελεστική.
Σ’ αυτήν ακριβώς την αρχέγονη πίστη στηρίζεται το έθιμο της φωτιάς, που πάντα στην κοινή αντίληψη του λαού θα έχει την δύναμη να αποδιώχνει το κακό. Να αποτρέπει τα «δαιμόνια». Να επιφέρει την «κάθαρση».
Οι τζαμάλες είναι ένα από αυτά τα λεγόμενα καθαρτήρια, ευετηριακά έθιμα, με τα οποία επιχειρεί ο λαός να ανοίξει την νέα χρονική περίοδο, αυτήν που στην προκειμένη περίπτωση θα πάρει την σκυτάλη από τον Χειμώνα. Να την «ανοίξει» όμως, με τις καλύτερες, όσο το δυνατό, προϋποθέσεις, αυτές που θα του εξασφαλίσουν την ευτυχία, την υγεία, την μακροημέρευση. Άλλωστε, το μέγεθος της φωτιάς και ο τόπος (ανάμεσα στα σπίτια, στις γειτονιές, στα σταυροδρόμια της πόλης κλπ.) όπου ανάβουν, τούτο αποδεικνύει: την καθαρτήρια και ευετηρική της δύναμη. Ανάβουν για το καλό…
Ανάβουν και φωτίζουν στο πρόσωπο τους νυχτερινούς συμπο­σιαστές, που συγκεντρωμένοι γύρω απ’ αυτές, τραγουδούν και χορεύ­ουν τους κυκλικούς χορούς. Μέσα στο ξέσπασμα της χαράς και του κεφιού λύεται και το άγχος της καθημερινότητας της σύγχρονης ζωής, της οποίας ο μονότονος ρυθμός φθείρει τον άνθρωπο.
Κι είναι το άναμμα μιας φωτιάς, που δίνει συγχρόνως και το σύνθημα για δράση: προκαλεί ένα σκίρτημα στην καρδιά. Όπως φουντώνουν και λαμπαδιάζουν τα πισσωμένα κούτσουρα, το ίδιο «φουντώνει» και η καρδιά του ανθρώπου και η φύση ολάκερη που ετοιμάζεται να «φέρει» την Άνοιξη.

Στην Τουρκοκρατία, αντίστοιχα, η φωτιά ξυπνούσε στον λαό τον πόθο για λευτεριά. Μετέδιδε το μήνυμα της ενότητας και διατηρούσε απαραχάρακτο το αίσθημα της αδελφότητας στην κοινή συνείδηση. Το ’βλεπε ο λαός πως, όπως ανάβει με μιας η φωτιά, από ένα μόνο σπίρτο, έτσι σε μια στιγμή θα ξέσπαγε η επανάσταση, που θα έφερνε την λευτε­ριά και την ανάσταση του γένους.
Γίνεται εδώ κατανοητό, πως το πανάρχαιο έθιμο στην ροή και την διάρκεια των αιώνων ενδύεται την σύγχρονη κάθε εποχής ανάγκη. Κι είναι τότε, σαν να το «γεννά» και να απαιτεί την τέλεσή του αυτή η σύγχρονη επιταγή. Το έθιμο τελικά αναβιώνει με νέα ζέση τόσο στη συνείδηση όσο και στο εορτολόγιο του λαού.
Ο γιαννιώτικος, συγκεκριμένα, λαός που χρειάστηκε να περιμένει εκατό επιπλέον χρόνια για να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό, είδε τις τζαμάλες κάτω από ένα τέτοιο πρίσμα και αγκιστρώθηκε σ’ αυτές. Τον χορό μάλιστα που έσυρε γύρω τους, τον κατανόησε ως πυρρίχιο (της προετοιμασίας δηλαδή για πόλεμο).
 Έτσι και σήμερα οι φλόγες της τζαμάλας εκτινάσσονται ψηλά και καλούν σε εγρήγορση:
·  Εξαγνίζοντας τον χώρο και τον χρόνο της δράσης μας.
·  Θερμαίνουν, γιατί ριζώνουν στο παρελθόν της φυλής μας. Και το κυριότερο,
·  Συγκεντρώνουν την σκόρπια καθημερινότητά μας σε μία πανήγυρη. Στην πανήγυρη που προϋπαντεί την Άνοιξη και την Καλή Χρονιά.

ΟΙ ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥΣ
Οι Απόκριες είναι γιορτή με αβέβαιες καταβολές που χάνονται στα βάθη των αιώνων. Τον μόνο συσχετισμό που μπορούμε ανεπιφύλακτα να προτείνουμε είναι ότι συμπίπτει αυτή η περίοδος με επάνοδο των ψυχών των νεκρών στον απάνω κόσμο. Αυτή η πίστη επιβιώνει με συνέχεια, ήδη από τα αρχαία Ανθεστήρια (τα αρχαιότερα από τα Διονύσια), μέσω των ρωμαϊκών και βυζαντινών χρόνων, στα σημερινά Ψυχοσάββατα της Αποκριάς (λατρευτικές πράξεις της Εκκλησίας, με επίσκεψη στους τάφους, μοίρασμα κολλύβων για συγχώρεση κλπ.).
Οι μεταμφιέσεις αρχικά -κάτω από μια τέτοια οπτική-σκόπευαν στο να παραστήσουν αυτές ακριβώς τις ψυχές και τα «πονηρά όντα», που, επιστρέφοντας στον απάνω κόσμο, «παρενοχλούσαν» τους ζωντανούς.
Σ’ αυτήν την υπόθεση στηρίζεται -και ερμηνεύεται- ο λατρευ­τικός ρόλος της μάσκας, με την βοήθεια της οποίας αποδίδονται στις ψυχές (των νεκρών) οι τιμές-προσφορές που τους αρμόζουν, ώστε να βρουν «αναψυχή» και να γυρίσουν στον Άδη.
Ταυτόχρονα, οι γιορτές αυτές τελούνται αναμένοντας τον ερχομό της Άνοιξης, της «νέας χρονιάς» κατά την κοινή αντίληψη. Η Άνοιξη έρχεται, και τούτο το βεβαίωνε η δοξασία πως, η δύναμη που «ανεβάζει» τις ψυχές επάνω στη γη, αυτή και θα κάνει τον σπόρο τον θαμμένο στα σπλάγχνα της να βλαστήσει. Έπρεπε, λοιπόν, ο λαός, αν ήθελε να κερδίσει το παιχνίδι της ζωής, να βρει τρόπο να εξευμενίσει τις ψυχές-πνεύματα και τους «δαίμονες» της φύσης, για να επιτύχει καλύ­τερη και πλουσιότερη την παραγωγή στους αγρούς και τα κοπάδια του. Ο τρόπος αυτός, ήταν η μεταμφίεση -το μασκάρεμα.
Τα προσωπεία συνήθως που προτιμούνται (κι ολόκληρη η αμφί­εση) έχουν μορφή ζώου και είναι φτιαγμένα από δέρμα ζώων (προ­βειές). Τα έθιμα της καμήλας, της αρκούδας ή του αράπη, που γίνονταν παλιότερα και στα Γιάννενα, ερμηνεύονται σε αυτή την προοπτική.

Διαπιστώνουμε με τα παραπάνω, πως το καρναβάλι είναι ένας ανάποδος, κυριολεκτικά, κόσμος. Έρχονται τα πάνω κάτω. Και το παρατηρούμε κάθε χρονιά που αναβιώνουν τα έθιμα της Αποκριάς. Την περίοδο αυτή δεν ισχύει η καθημερινή «τάξη» των πραγμάτων που γνωρίζουμε και υπηρετούμε τον υπόλοιπο χρόνο. Κυριαρχεί η αντιστροφή όλων των κοινωνικών ρόλων και αξιών, η πλήρης απελευθέρωση και η κάλυψη με σατιρική διάθεση (που ευνοείται ακριβώς λόγω της μάσκας) κάθε εκδήλωσης του ιδιωτικού ή δημόσιου βίου (ελαττώματα του πλήθους, κοινωνικές αντιθέσεις κλπ.).
Αυτή η αντιστροφή των ρόλων δεν δημιουργεί παρεξηγήσεις, γιατί περνά έξω από τα όρια της καθημερινότητας: καρναβάλι σημαίνει τελετουργία. Το κίνητρο της μεταμόρφωσης είναι «να αλλάξω». Να μεταμορφωθώ. Να λάβω άλλη κοινωνική ταυτότητα, έστω και για λίγο, ώστε να εξασφαλίσω με κάθε τρόπο την επιβίωσή μου.
Μέσα στο γενικότερο ενθουσιαστικό κλίμα του «ανάποδου» κόσμου, χάνουν την ισχύ τους βασικές έννοιες και αξίες του λαϊκού πολιτισμού: η ντροπή, το φιλότιμο, η λεβεντιά δεν ισχύουν στην Αποκριά. Η τιμή του άντρα δεν θίγεται πια. Η σεμνότητα στις γυναίκες γίνεται πονηριά, βωμολοχίες κλπ. Κυριαρχεί η ελευθεροστομία και το πείραγμα. Οι κανόνες συμπεριφοράς ανατρέπονται. Παρωδείται το μυστήριο του γάμου, διαλύεται ο φόβος του θανάτου με μια εύκολη “ανάσταση” -όπως αυτή παρουσιάζεται στα κατά τόπους «δρώμενα», κοροϊδεύεται ο θρήνος, η καθαριότητα πνίγεται στα κουρέλια κ.λπ.…

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Εργαστήρι μάσκας


Την Κυριακή το απόγευμα, έπειτα από πρωτοβουλία της Χριστίνας Στρατσιάνη, θα πραγματοποιηθεί εργαστήριο κατασκευής αποκριάτικης μάσκας από γυψόγαζα.
Είναι μια πρωτότυπη ιδέα, μια ενδιαφέρουσα τεχνική, λίγο πριν από το άναμμα του "Καλολόγου" στην αυλή του Σχολείου.
Καλή αντάμωση!

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

Ζόχια



Φώτης Κόντογλου, "Άγιοι Σαράντα" (Εθνική Πινακοθήκη)

 9 του Μάρτη σήμερα, γιορτή των Αγίων Σαράντα Μαρτύρων, που ρίχτηκαν στην παγωμένη λίμνη της Σεβάστειας του Πόντου γύρω στο 300.
Αυτή τη μέρα στα χωριά μας, οι προγονοί μας εφάρμοζαν ένα τελετουργικό με τον "μαγικό" αριθμό σαράντα, για να προστατευτούν από τα φίδια.
Έβρισκαν ένα ζόχι, το έτρωγαν ωμό κι έλεγαν τους μαγικούς στίχους:
«Σαράντα, μαράντα
Σαράντα φίδια φύγετε
Σαράντα ράχες πάρτε
Γιατί έφαγα το ζόχι μου
Και θα σας φαρμακώσω»

Λίγες πληροφορίες για το ζόχι από τη Βικιπαίδεια:

Ζοχός ο λαχανώδης (Sonchus oleraceus)
Ο ζοχός ή ζοχιά (λέγεται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και τζοχός, ντζοχός ή σφογκός), είναι φυτό μονοετές, διετές ή πολυετές και έχει όρθιο βλαστό και χυμό σαν γάλα. Η επιστημονική του ονομασία είναι Sonchus oleraceus (Ζοχός ο λαχανώδης). Τα φύλλα του είναι απλά και πτερωτά και η βάση τους περιβάλλει το βλαστό. Έχει μικρά και κίτρινα άνθη, συγκεντρωμένα σε κεφάλια που περιβάλλονται από επιμήκη βράκτια. Το γνωστότερο είδος είναι ο Ζοχός ο λαχανώδης, ο οποίος έχει πτερόλοβα και οδοντωτά φύλλα.
Είναι φυτό γνωστό από τα αρχαία χρόνια, με το όνομα σόγχος (σόγχος του Θεόφραστου). Αναγνωρίστηκε κυρίως η φαρμακευτική του αξία. Οι ιθαγενείς της Χιλής Μαπούτσε χρησιμοποιούσαν το ζοχό ως αντιπυρετικό και αιμοκαθαρτικό. Περιέχει βιταμίνη C και βιταμίνη Κ.

Καρπός
Στην Ελλάδα υπάρχουν συνολικά πέντε είδη και συλλέγονται όταν είναι τρυφερά. Ο καρπός του λέγεται ζοχί, ζώχι (πληθυντικός ζοχιά ή ζώχια)). Είναι εδώδιμος (για τον άνθρωπο και, όταν ξεραθεί, για τα πτηνά) και πολύ θρεπτικός. Τα ζοχιά μαγειρεύονται συνήθως μαζί με άλλα άγρια χόρτα.

Αγριοζοχός
Ο αγριοζοχός (Urospermum picroides) ανήκει στην ίδια οικογένεια με το ζοχό. Θεωρείται γενικά ζιζάνιο, γιατί παρεμποδίζει τις καλλιέργειες, ενώ ο ετήσιος κύκλος ζωής του βοηθά στη γρήγορη εξάπλωσή του. Η γεύση του είναι πικρή, απαλύνεται όμως με τη χρήση λεμονιού. Ο αγριοζοχός μπαίνει σε σαλάτες μαζί με άλλα χόρτα ή σε χορτόπιτες.


Κι άλλη μια γραπτή μαρτυρία για ένα έθιμο στο χωριό μας αυτή τη μέρα:

Παρασκευή 8 Μαρτίου 2013

Η ασελγής γοητεία του παθητικού




του Raoul Vaneigem

Αν για μια στιγμή μπορούσαμε να ξεφύγουμε από τις αντιλήψεις, τις ιδέες, τις προσδοκίες, τα όνειρα που όλοι μας κουβαλάμε για τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας, ίσως να μπορούσαμε να αντιληφθούμε ότι ο κόσμος, κάθε δευτερόλεπτο πού περνά, κινείται και αλλάζει. Κινείται και αλλάζει, όπως εν τέλει κινούμαστε και αλλάζουμε κι εμείς. Όλα βρίσκονται σε μια διαρκή και ανεπανάληπτη κίνηση. Προς τα πού; Για ποιο λόγο; Σε ποια κατεύθυνση;

Κανείς δεν μπορεί να απαντήσει σε όλα αυτά τα ερωτήματα, πού σε μια στιγμή «κενού» χρόνου περνάνε, ίσως, από την σκέψη όλων. Στη συνέχεια ξεχνιόμαστε, για την ακρίβεια αισθανόμαστε πολύ μικροί για να ασχοληθούμε με τόσο βαριά και άλυτα θέματα. Επιστρέφουμε στις μικρές ζωές μας, στις ασχολίες μας, πού νομίζουμε ότι μπορούμε να χειριστούμε καλύτερα, αφήνοντας όλα αυτά τα θέματα στη ασχολία των ειδικών, των φιλοσόφων, των οραματιστών, σε όλους εκείνους δηλαδή πού τους έχουμε εξορίσει έξω από τη στενή, ρεαλιστική πραγματικότητα. Τους έχουμε εξορίσει, είτε έχουν εξοριστεί από μόνοι τους, δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία, παρ’ όλα αυτά περιμένουμε να μας φέρουν τις απαντήσεις από την «άλλη γη», που η καθημερινότητά μας και η καθημερινότητα του πραγματικού και ρεαλιστικού μάς έχει αποκλείσει.

Όταν όμως αποκόβεσαι οικειοθελώς από την πηγή, είναι απολύτως σίγουρο ότι κάποια στιγμή θα διψάσεις και, όταν θα διψάσεις, το νερό μπορεί να είναι δυσεύρετο, γιατί θα έχεις απομακρυνθεί.

Εδώ λοιπόν είμαστε!

Άνυδροι και κάθιδροι, μέσα στη παγερή ζεστασιά της ρεαλιστικής πραγματικότητας. Όταν μιλούν οι αριθμοί, οι παθητικοί άνθρωποι οφείλουν να σωπαίνουν. Όχι για κανέναν άλλο λόγο, αλλά γιατί εντέλει δεν έχουν τίποτα να πουν. Έτσι νομίζουν. Αλλά και λόγω του ότι οι αριθμοί, οι εξισώσεις, οι πολλαπλασιαστές, οι αναπτύξεις, έχουν προ πολλού αντικαταστήσει τον οιονδήποτε Λόγο πού μπορεί να υπάρξει. Στον παθητικό άνθρωπο η λογιστική της καθημερινής ζωής έχει αντικαταστήσει όλα τα ιερά και όσια πού μπορεί κάποιος να φανταστεί. Ο παθητικός άνθρωπος μπορεί να παρακολουθεί αυτοκτονίες, θανάτους, πείνα, φτώχεια και αρρώστια, πνευματική εξαθλίωση και μιζέρια, χαμογελώντας όταν οι ιεροί αριθμοί της λογιστικής δείχνουν ανάκαμψη. Σκυθρωπιάζει, όταν δείχνουν κάμψη και έλλειψη.

Ο παθητικός άνθρωπος έχει αντικαταστήσει την πηγή πού έπινε νερό με τους δείκτες του χρηματιστηρίου. Εγκατέλειψε την ησυχία των ναών και βρίσκει την ύπαρξη του μέσα σε μια αίθουσα πού για κάποιες ώρες τρέχουν ατελείωτοι αριθμοί, αριθμοί πού ορίζουν τύχες ολόκληρων λαών!!!

Ο παθητικός άνθρωπος δεν μπορεί να έχει άλλο ιερό από το χρήμα. Η πραγματικότητα που διαμορφώνει στερείται διεξόδων σε άλλες περιοχές της ύπαρξης. Δεν αντέχει τα μεγάλα βάθη των πνευματικών αναζητήσεων, γιατί ο ρεαλισμός πού καλείται να πραγματώσει αρχίζει και τελειώνει μέσα στα στενά όρια της επιβίωσης. Οι ουτοπίες τού προκαλούν ακραιφνή νύστα. Η αναζήτηση άλλων προϋποθέσεων ύπαρξης τον κουράζουν. Ο ρομαντισμός του εξαντλείται πολύ σύντομα από το πρωινό ξυπνητήρι, πού τον καλεί να συμμετάσχει στη φάρμα των προσγειωμένων, των προσαρμοστικών, και φθονεί, δεν ζηλεύει, φθονεί εκείνον που πάει να ξεφύγει απελπισμένα σε άλλες πραγματικότητες.

Το φαντασιακό του παθητικού ανθρώπου είναι η τηλεόραση και ο υπολογιστής του, μέσα από τα οποία πραγματώνει εικονικά, συνομιλώντας με το κουτιά, λες και αυτά τα κουτιά τον ακούν, ό,τι αυτά του υποβάλλουν.

Ο παθητικός άνθρωπος είσαι εσύ, είμαι εγώ, είναι αυτός με τον οποίο κοιμάσαι στο κρεβάτι, είναι αυτός πού συναντάς στη στάση το πρωί, είναι αυτός πού δουλεύεις μαζί του, είναι αυτός με τον οποίο συμφωνείς, αλλά κι εκείνος με τον οποίον διαφωνείς. Είναι ο σύγχρονος άνθρωπος, που αγαπά, μισεί και χαίρεται, αγανακτεί και λυπάται μέχρι ενός ορίου, όσο αυτό το όριο δεν θίγει την ρεαλιστική πραγματικότητα.

Όσο η ρεαλιστική πραγματικότητα γίνεται συμπαγής, τόσο η κίνηση και η αλλαγή επιβραδύνεται, δεν σταματά, επιβραδύνεται, σε όλα τα επίπεδα. Προσωπικά, κοινωνικά, αυτή η επιβράδυνση παίρνει με τον καιρό τα χαρακτηριστικά ενός βαλτώδους περιβάλλοντος. Όλα παραμένουν στατικά και ίδια. Οι συνήθειες, τα προβλήματα, τα αδιέξοδα γίνονται το μόνιμο ντεκόρ ατόμων και κοινωνιών πού εξορίζουν την κίνηση, την φρεσκάδα, την αλλαγή, την έμπνευση, σ’ ένα απώτερο μέλλον. Αλλά, κυρίως, αποκλείουν το όραμα από την ζωή των ανθρώπων. Την διάθεση να κινηθούν σε κάτι πού να είναι καλύτερο από αυτό πού ζουν.

Η στάση επενδύει στο φόβο. Ο φόβος επενδύει στη συρρίκνωση. Η συρρίκνωση στη βλακεία. Η βλακεία στην έλλειψη λογικής. Παρατηρείται διάθεση για βύθιση στο αρνητικό. Εκείνο που ανυψώνει τον άνθρωπο καθίσταται θολό και ασαφές, εντέλει άχρηστο.

Ο αγώνας για τον απεγκλωβισμό από την παθητικότητα είναι αγώνας δίχως σημαίες, φανφάρες και εξαγγελίες, δίχως αντίκρισμα. Είναι αγώνας πού δίνεται σε περιοχές σκοτεινές της ανθρώπινης υπόστασης και δεν υποστηρίζεται από κανέναν. Οι ήττες του είναι σαφώς περισσότερες από τις νίκες, αλλά εκεί πού νικά ανοίγει παράθυρα από τα οποία το φως πού εισέρχεται διαλύει σκότη πνευματικά, κοινωνικά, προσωπικά.

Είναι το Φως της ελπίδας και του οράματος για κάτι καλύτερο μέσα στο κόσμο, μέσα στον άνθρωπο.

Το παθητικό είναι ο θάνατος της ζωής.

Η ζωή είναι αέναη κίνηση εξέλιξης του υπάρχοντος σε κάτι ανώτερο.
“Όπου η ελευθερία υποχωρεί ένα χιλιοστό,
αυξάνεται στο εκατονταπλάσιο το βάρος της τάξης πραγμάτων»
«Η επανάσταση της καθημερινής ζωής»

Ο Raoul Vaneigem είναι Βέλγος συγγραφέας και φιλόσοφος.
Πηγή: Η ασελγής γοητεία του παθητικού - RAMNOUSIA

Κυριακή 3 Μαρτίου 2013

Σκοτώνουν την ευθύνη όταν γεράσει

Μπάγια 1913 (φωτ. Freud Boissonas)


Γράφει η Niemandsrose

Είχε ξυπνήσει πάλι ξημερώματα. Συνήθεια χρόνων πια. Η γη δαμάζεται πολύ πρωί, να σε περονιάζει το κρύο. Δεν είναι στίχοι του Γεράσιμου Μαρκορά: «ξημερώνει αυγή δροσάτη / με το πρώτο της πουλί / λες και κράζει τον εργάτη / στην φιλόπονη ζωή», έναμιση αιώνα πριν. Είναι σήμερα.
Πίνει τον καφέ της μπροστά στην τηλεόραση. Φοράει τσεμπέρι στα μαλλιά, τραβηγμένα πάντα κότσο. Από κοινωνικές εκδηλώσεις, γάμοι, βαφτίσια, κηδείες και μνημόσυνα. Η Εκκλησία παρούσα σε κάθε έκφανση της ζωής. Γαλουχήθηκε μέσα στα κεριά, τα λιβάνια και τα εικονίσματα. Από τέχνη, οι σαπουνόπερες των ιδιωτικών καναλιών. Τα τούρκικα σίριαλ δεν τα βλέπει. Όχι από νεόκοπο σοβινισμό. Η γλώσσα της είναι διανθισμένη από λέξεις του αραβικού και του ενετικού κόσμου. Κι ας έζησε μια ζωή αταξίδευτη. Δεν τα παρακολουθεί, γιατί δεν προφταίνει να διαβάσει τους υπότιτλους. Είναι λειτουργικά αναλφάβητη. Από βιβλία, συναξάρια και την Αγία Γραφή. Πέρασε όλη την ενήλικη ζωή της ντυμένη στα σκούρα. Δεν έχει φορέσει παντελόνι. Δεν είναι σκίτσο στο ιρανικό «Persepolis». Είναι εδώ. Αθέατη.

Σαρακατσάνες στα βουνά του Παπίγκου 1922 (φωτ. Karsten Hoeg)

Δουλεύει από τότε που θυμάται τον εαυτό της. Η παιδική εργασία δεν καταργήθηκε ποτέ στην ελληνική ύπαιθρο. Στο νοικοκυριό των μηδενικών κομφόρ, στα χωράφια των πρωτόγονων γεωργικών εργαλείων, στον αργαλειό, στο ζύμωμα, ώστε να λέει πως όλα περάσανε απ’ τα χέρια της. Που τώρα έχουν αρθρίτιδα και τρέμουν. Μια σκεβρωμένη φιγούρα. Το είδωλό της αντικατοπτρίζεται στην οθόνη. Στην οθόνη προβάλλουν τηλεπερσόνες εκπάγλου καλλονής, τσιρίζουσες σε τέμπο αλέγκρο. Οι ίδιες που από ορεινά ξέρουν μόνο τα χιονοδρομικά των τζιπάτων, με τις στολές του σκι και του φρέντο lifestyle, που κοιτάζοντάς τους αντιλαμβάνεσαι πως οι εξωγήινοι στον «Πόλεμο των κόσμων» του Χέρμπερτ θα είχαν περισσότερη συναίσθηση του πού βρισκόμαστε.

Αλώνισμα στο Κουκούλι τη δεκαετία του '50 (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

Φέρνει κούτσουρα και προσάναμμα να ανάψει την ξυλόσομπα. Δεν επέστρεψε στη σόμπα τώρα με την κρίση. Στην κρίση γεννήθηκε, μεγάλωσε, γέρασε και θα πεθάνει. Από το μαγκάλι στη σόμπα ήταν η διαδρομή της ζεστασιάς της. Μετά θα μαγειρέψει στο πετρογκάζι. Δεν ανάβει την ηλεκτρική κουζίνα, γιατί καίει πολύ ρεύμα, θα πει. Κι αργότερα θα σκουπίσει την αυλή απ’ τα ξερόκλαδα και θα ξεχορταριάσει τις γλάστρες της. Από το δρόμο τη χωρίζει μια ξεχαρβαλωμένη εξώπορτα. Κάποιος πλανόδιος μικροπωλητής, δήθεν για να της πουλήσει από το εμπόρευμά του, αποπειράται να τη χτυπήσει και να τη ληστέψει. Μπήγει τις φωνές, ξεπροβάλλουν όσα γεροντάκια απομείναν ζωντανά, σπεύδοντας για βοήθεια. Με ό,τι μέσο τούς ήταν εύκαιρο: μπαστούνια και σκουπόξυλα. Ο κλέφτης το έβαλε στα πόδια.
Όχι, δεν θέλουμε περισσότερη αστυνόμευση. Περισσότερη δικαιοσύνη θέλουμε. Λιγότερους πένητες που θα γυαλίσει το μάτι τους στην ιδέα της καταχωνιασμένης ψωροσύνταξης κάτω απ’ το στρώμα της γιαγιάς. Θέλουμε η γιαγιά που σακατεύτηκε δουλεύοντας από δέκα χρονώ να έχει τη δυνατότητα να πάρει ένα ορθοπεδικό στρώμα. Να μην κλαίει από τον πόνο, γιατί δεν δικαιούται άλλες παυσίπονες ενέσεις. Κι όχι, δεν θέλουμε να φύγουν οι ξένοι. Δεν ήταν ξένος ο κλέφτης. Οι «ξένοι» ρίζωσαν, έφτιαξαν σπίτια, γέννησαν παιδιά, έδωσαν ζωή στο χωριό. Η Τανούτα, η Πολωνέζα, ήταν η αποκλειστική που φρόντισε την κατάκοιτη ηλικιωμένη στο χωριό. Ο Σάκης, ο Αλβανός με το εξελληνισμένο όνομα, για πέντε ευρώ τούς ταχτοποίησε την αποθήκη, τους μετέφερε τα καυσόξυλα, τους συντρέχει. Ο αδερφός του Σάκη τούς ασβέστωσε όλο το σπίτι πέρυσι. Οι μετανάστες ήρθαν εργάτες στα χωράφια που ρήμαζαν, όταν τα παιδιά του παππού και της γιαγιάς είχαν μετοικήσει στις πόλεις, έτσι ώστε αργότερα τα απολιτίκ κι άφυλα χίπστερ εγγόνια να τους απαλείψουν πλήρως από τη μνήμη, τη γλώσσα, τις αναφορές τους. Δεν ξεμπερδεύεις με ένα delete, φίλε.

Στο Βιτσκό (φωτ. Κώστας Μπαλάφας)

Την Τρίτη τέθηκαν σε προ ημερησίας διάταξης συζήτηση στη Βουλή «τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου». Η κυβέρνηση της «ευθύνης» έπεισε πως έχουμε ευθύνη να ασπαστούμε την κυνική, ανάλγητη και στρεψόδικη γλώσσα τους, τους ευφημισμούς που συγκαλύπτουν ανοσιουργήματα. Έχουμε ευθύνη να συνηθίσουμε «τα εγκλήματα του λευκού κολάρου», των οικονομικών σκανδάλων, των υπεξαιρέσεων, των off-shore, και να είμαστε απολύτως ικανοποιημένοι, όταν από τη ληστοσυμμορία τους καταδικάζεται ένας κάθε δέκα χρόνια. Έχουμε ευθύνη να αποδεχτούμε τη μετατροπή του αγροτοσυνδικαλιστικού κινήματος σε εκκολαπτήριο τοπικών αρχόντων και βουλευτών, να αφήσουμε βορά τους ανθρώπους της υπαίθρου στα ψηφοθηρικά τεχνάσματα που εξασκούν χρόνια οι κυβερνώντες του πελατειακού συστήματος και πλέον βορά στη ρητορική του μίσους των νεοναζί. Έχουμε ευθύνη να εγκαταλείψουμε τους ηλικιωμένους στη μοίρα τους και να αποδεχτούμε τον αναλφαβητισμό, την όξυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, την απώλεια των ασφαλιστικών εισφορών, τις συντάξεις πείνας, την απομόνωση, τη φτώχεια και τελικά την εξαθλίωση. Έχουμε ευθύνη να μην τους επιτρέψουμε να φύγουν από τη ζωή με αξιοπρέπεια.
Τέτοια ευθύνη να μην αναλάβουμε.