Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 2014

Η καταγωγή και το νόημα του εθίμου της βασιλόπιτας

Βασιλόπιτα από την Κοκκινόραχη Αρκαδίας

Το 362 ο αυτοκράτορας Ιουλιανός κήρυξε τον πόλεμο στην Περσία και πέρασε με τον στρατό του από την Καισάρεια. Τότε διέταξε να φορολογήσουν όλη την επαρχία και τα χρήματα αυτά θα τα έπαιρνε επιστρέφοντας για την Κωνσταντινούπολη. Ετσι, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να δώσουν ό,τι είχε ο καθένας χρυσαφικά, νομίσματα κ.λπ. Όμως ο Ιουλιανός σκοτώθηκε άδοξα σε μια μάχη στον πόλεμο με τους Πέρσες. Τότε ο Αγιος Βασίλειος έδωσε εντολή και από τα μαζεμένα χρυσαφικά τα μισά να δοθούν στους φτωχούς, ένα μικρό μέρος κράτησε για τις ανάγκες των ιδρυμάτων της Βασιλειάδας, και τα υπόλοιπα τα μοίρασε στους κατοίκους με έναν πρωτότυπο τρόπο: Έδωσε εντολή να ζυμώσουν ψωμιά και σε κάθε ψωμί, έβαλε από ένα νόμισμα ή χρυσαφικό μέσα, κατόπιν τα μοίρασε στα σπίτια. Έτσι, τρώγοντας οι κάτοικοι τα ψωμιά, όλο και κάτι έβρισκαν μέσα. Έτσι, γεννήθηκε το έθιμο της πίτας που ονομάσθηκε βασιλόπιτα.

Βασιλόπιτα σημαίνει να μοιραζόμαστε.  Όλοι ανεξαιρέτως.
Κι επειδή ο Βασίλειος δεν έχει καμιά σχέση με το χοντρό ξωτικό της Coca-Cola, παραθέτουμε κείμενα για το πραγματικό νόημα του εθίμου που είναι να «μετ-έχεις» και όχι να «κατ-έχεις»:



«Ποιος είναι πλεονέκτης; Όποιος δεν περιορίζεται στα απαραίτητα.
Ποιος άρπαγας; Εκείνος που αφαιρεί την περιουσία των άλλων.
Εσύ δεν είσαι πλεονέκτης; Δεν είσαι άρπαγας; Δεν κρατάς για τον εαυτό σου όσα σου δόθηκαν για να τα διαχειρισθείς προς όφελος όλων; Αυτός που γδύνει τον ντυμένο θα ονομαστεί λωποδύτης αλλά αυτός που δεν ντύνει τον γυμνό μήπως δεν αξίζει αυτή την ονομασία;
Το ψωμί που αποθηκεύεις είναι του πεινασμένου, τα ρούχα που συσσωρεύεις είναι του γυμνού, τα παπούτσια που τα ‘χεις και σαπίζουν είναι του ξυπόλυτου, τα λεφτά που θάβεις, για να μη στα κλέψουν, είναι του φτωχού. Είναι τόσοι αυτοί που αδικείς όσοι αυτοί που θα μπορούσες να βοηθήσεις».
Μεγάλου Βασιλείου, Προς τους πλουτούντας
Προσθήκη λεζάντας
 «Λοιπν μν σχυριστες ποτ τι “τ δικά μου ξοδεύω κα μ τν περιουσία μου διασκεδάζω”. Δὲν διασκεδάζεις μ τν περιουσία σου, λλ μ γαθ πο νήκουν στος λλους. Λέω τι νήκουν στος λλους, πειδ σ θέλεις ν στερηθες τν φέλεια πο μποροσες ν χεις π τν καλ χρήση τους. πειδή, κατ βάθος, δικά σου θέλει Θες ν εναι τ γαθ πο σο μπιστεύθηκε γι λογαριασμ τν δελφν σου. Γίνονται πραγματικ δικά σου τ ξένα, ν τ ξοδέψεις χάριν τν λλων. ν, ντίθετα, τ ξοδέψεις λύπητα χάριν το αυτο σου, τότε ποξενώνεσαι π τ δικά σου.
…Κοιν εναι, δικά σου κα το συνανθρώπου σου, πως κριβς εναι κοινς λιος κα έρας κα γ κα λα τ λλα φυσικ γαθά».
Ιωάννης Χρυσόστομος



"Ἀργόσχολη κα πλεονεκτικ εναι ζω το τοκιστ. Δ γνωρίζει ατς τος κόπους τς γεωργίας οτε τν φευρετικότητα τοῦ ἐμπορίου. ντίθετα, τοκιστς κάθεται στν διο πάντοτε τόπο, μέσα στ σπίτι του, και μεγαλώνει τ θρεφτάρια τς κερδοσκοπίας.
σπαρτα κι καλλιέργητα θέλει τ πάντα γι’ ατν ν φυτρώνουν.

Γι’  λέτρι χει τν πέννα. Γι χωράφι, τ χαρτί. Γι σπόρο, τ μελάνι. Γι βροχή, τὸν χρόνο, πο το πολλαπλασιάζει θόρυβα τος τόκους τν χρημάτων. Δρεπάνι του εναι δικαστικ παίτηση το χρέους, λώνι, τ σπίτι του, που λιανίζει τς περιουσίες τν ναγκεμένων νθρώπων. λωνν τ’ γαθ τ βλέπει δικά του.  Εχεται στος νθρώπους νάγκες κα συμφορές, γι ν τρέξουν ποχρεωτικ ν δανειστον π’ ατόν. Μισε τος ατάρκεις κα σους δν χουν δανειστε π’ ατόν τος θεωρε χθρούς του.
Συχνάζει στ δικαστήρια, γι ν’ νακαλύψει κάποιον πο τν πιέζουν ο δανειστς κα κολουθε τος φοροεισπράκτορες, πως τ κοράκια τος στρατος πο διεξάγουν πόλεμο. Κουβαλάει παντο τ κομπόδεμα κα σν δόλωμα τ δείχνει σ’ κείνους πο τος πνίγει νάγκη, στε, νοίγοντας γι’ ατ τ στόμα, ν καταπιον μαζ μ’ ατ κα τ γκίστρι το τόκου".

Γρηγορίου Νύσσης, Κατά τοκιζόντων


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου