Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Ζαγορίσιο φως


Ανεβαίνοντας το Ρουντουβάν', αφήνεις κάτω σου το σκοτεινό σύννεφο, αναπνέεις ζαγορίσιο αέρα και παίρνεις την ευλογία του ορεινού φωτός.
Στα χαμηλά, η καταχνιά, σαν θάλασσα, στάζει μυστήριο στις καρδιές που κατοικούνε στις κοιλάδες.
Στα ψηλά, οι άνθρωποι πορεύονται πιο ήρεμοι (ή ανυποψίαστοι;), κινούμενοι στο ρυθμό του καιρού και της φύσης...
(Έρθι γλήγουρα ο κούκους φέτου...)


Ρουντουβάν': "Χαρίεις τόπος", που γράφει κι ο Λαμπρίδης μας.
Πάνω απ' την καταχνιά όρη ξεβγαίνουν,
απ' τη Νεμέρτσικα ως την Ολύτσικα
("Αερόπου", "Τόμαρος": Έτσι τα γράφαν οι γραμματισμένοι).
Ανάμεσα ο  Κασιδιάρης, η Μουργκάνα, 
"όρη Κουρέντων", ο Κορίλας της Παραμυθιάς, το Σούλι...
Αυτά τα όρη, τα μικρά, τ' απέραντα...
Στην πλάτη το Ζαγόρι...
Κάθε κορφή, κάθε κοιλάδα, κι άλλη έκφραση.
Ζαγόρι και Καραμπεριά, Πωγώνι,
Γιάννινα, Σούλι, Τσιάμικο...
Πολλές οι γλώσσες, 
πλούτος μέγας!


Και στον "χαρίεντα" τον τόπο στήσαν άγαλμα
γυναίκας που έζησε σε χρόνους χαλεπούς.
Δεν είναι του άγνωστου στρατιώτη.
Είναι μορφή, είναι πρόσωπο μιας Ζαγορίσιας
που ανάσαινε κι ίδρωνε σ' αυτόν τον τόπο.
Είναι η Μισία (Αρτεμισία Καψάλη).
Είχε όνειρα, όπως εμείς, συνηθισμένα...
Μα ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι και μήνες οργισμένοι.
Έσβησε ο άντρας της στις Νέες Θερμοπύλες
(τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι, τήδε: στην Γκραμπάλα),
όταν εκείνη κουβαλούσε τα χρειώδη
για την Αξιοπρέπεια, για την Ελευθερία.
Ακόμα σήμερα, γυναίκες την θυμούνται
σε πείσμα των καιρών και του γραφτού της,
με το χαμόγελο και την καρδιά απλωμένη, 
στα Γιάννινα, που η μοίρα 'ν είχε τάξει:
"Λάτι, κουπέλις, για καφέ!
Ου άντρας μ' σας είχι συγγενείς..."


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου