Τρίτη, 10 Δεκεμβρίου 2013

Τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα...

Εικόνες από ένα Σουδενιώτικο σπίτι

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,
Ξέρω πως έχουν τη φυλή τους, τίποτε άλλο.
Καινούργια στην αρχή, σαν τα μωρά
που παίζουν στα περβόλια με τα κρόσσια του ήλιου,
κεντούν παραθυρόφυλλα χρωματιστά και πόρτες
γυαλιστερές πάνω στη μέρα.
Όταν τελειώσει ο αρχιτέκτονας, αλλάζουν,
ζαρώνουν ή χαμογελούν ή ακόμη πεισματώνουν
μ’ εκείνους που έμειναν,
μ’ εκείνους που έφυγαν,
μ’ άλλους που θα γυρίζανε αν μπορούσαν
ή που χάθηκαν, τώρα που έγινε
ο κόσμος ένα απέραντο ξενοδοχείο.

Δεν ξέρω πολλά από σπίτια.
θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά,
σα σταματήσω. Ακόμη,
καμιά φορά, κοντά στη θάλασσα, σε κάμαρες γυμνές
μ’ ένα κρεβάτι σιδερένιο, χωρίς τίποτε δικό μου
κοιτάζοντας τη βραδυνήν αράχνη συλλογιέμαι
πως κάποιος ετοιμάζεται να’ ρθει, πως τον στολίζουν
μ’ άσπρα και μαύρα ρούχα με πολύχρωμα κοσμήματα
και γύρω του μιλούν σιγά σεβάσμιες δέσποινες
γκρίζα μαλλιά και σκοτεινές δαντέλες,
πως ετοιμάζεται να’ ρθει να μ’ αποχαιρετήσει.
Ή μια γυναίκα ελικοβλέφαρη, βαθύζωνη
γυρίζοντας από λιμάνια μεσημβρινά,
Σμύρνη, Ρόδο, Συρακούσες, Αλεξάντρεια,
από κλειστές πολιτείες σαν τα ζεστά παραθυρόφυλλα,
με αρώματα χρυσών καρπών και βότανα:
πως ανεβαίνει τα σκαλιά χωρίς να βλέπει
εκείνους που κοιμήθηκαν κάτω από τη σκάλα.
Ξέρεις, τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα,
σαν τα γυμνώσεις.


(Από το ποίημα του Γιώργου Σεφέρη: Το σπίτι κοντά στη θάλασσα)


Ήταν συνήθειο από παλιά να ταξιδεύουν οι άντρες.
Χάνια να στήνουνε στα τρίστρατα και κάθε πέντε χρόνια
στο σπιτικό τους να γυρνούν. Όχι όμως όλοι...
Ο ένας αδερφός, ανύπαντρος, στη Βουλγαρία χάθηκε.
Ο άλλος, ο παντρεμένος, πήρε τους δρόμους του νοτιά...
Εκεί που σώνει η Αφρική καζάντησε
κι ύστερα γύρισε στην Αλεξάντρεια να στεριώσει.
Ήταν ο πέμπτος χρόνος κι έφτανε η νόστιμη η μέρα
που θα 'βλεπε το ταίρι του και τις μικρές του κόρες.
Δεν πρόλαβε...
"Πώς τον θάφτουνε τον ξένο μες στη μαύρη ξενιτιά...
Κλάψτε τον πουλιά κι αηδόνια, μοιριολογήστε τον..."



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου