Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Νικηφόρος Βρεττάκος


Να τους το πούμε να το καταλάβουνε: Δε χαμηλώνει ο Όλυμπος!
Να τους το πούμε, να το καταλάβουνε πως δεν αλλάζει ο ήλιος!..
(Απόσπασμα από το ποίημα «Ακόμα τούτ’ η Άνοιξη»)

Το 2012 συμπληρώνονται 100 χρόνια από τη γέννηση ενός από τους πιο αξιόλογους ποιητές και ανθρώπους, του Νικηφόρου Βρεττάκου. Γι’ αυτό το λόγο ανακηρύχθηκε και «Έτος Νικηφόρου Βρεττάκου».
Στα πλαίσια αυτά, το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Ιωαννιτών διοργανώνει εκδήλωση στον Πολιτιστικό Πολυχώρο «Παλιά Σφαγεία» τη Δευτέρα 3 Δεκεμβρίου. (Είναι εντυπωσιακή η δραστηριότητα του Πνευματικού Κέντρου στον Πολυχώρο. Σχεδόν κάθε μέρα γίνεται και μία εκδήλωση: Δωρεάν προβολές ταινιών, μουσικές εκδηλώσεις, εκθέσεις.)
Αξίζει να αναφερθούν λίγα λόγια γι' αυτόν τον σπουδαίο (και εξαιρετικά απλό) άνθρωπο, το Νικηφόρο Βρεττάκο.


 Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε το 1912 στο χωριό Κροκεές της Λακωνίας. Για την κλίση και την αγάπη του στη ποίηση γράφει: « …Κι εγώ δε θυμάμαι καλά, όμως έχω, δεν ξέρω, την εντύπωση πάντοτε πως κάποιος μου ζήτησε να ομορφύνω τον κόσμο. Άσχετα προς το τι κατάφερα, η ποίηση ήταν μέσα μου. Καλλιεργώ απλώς τη φωνή του Κυρίου μου
Τα πρώτα έξι χρόνια του ποιητή είναι καθοριστικά για το υπόστρωμα της προσωπικότητάς του. Αυτά τα χρόνια θα τα ζήσει αμέριμνος σε μια ιδιαίτερα όμορφη, ερημική τοποθεσία με όλα τα στοιχεία της παρθένας φύσης που συναντούμε στην ποίησή του, την Πλουμίτσα, για την οποία γράφει: «Εκεί όπου είδα τον κόσμο σαν ένα ωραίο όνειρο: όμορφον μέσα στην απλότητά του, μέσα στην ομορφιά του απονήρευτου».
Στη παιδική ψυχή του ποιητή δύο στοιχεία θα σταθούν καθοριστικά, το φως και η σιωπή της Πλουμίτσας: «Ούτε ένοιωθα να μου λείπει το παιχνίδι με τ’ άλλα παιδιά, αφού ο κόσμος εκεί ήτανε γιομάτος άλλες ζωές…. Ήτανε ο κόσμος της νύχτας… Η μητέρα μου έλεγε πως τ’ αστέρια είναι οι ψυχούλες των πεθαμένων και τίποτε άλλο δεν ήξερε… Ήταν απλοϊκή και δεν ήξερε κανένα γράμμα. Ήταν όμως γιομάτη από τη σοφία που δίνει η φύση στη μητρότητα και το γάλα της
Κύριο χαρακτηριστικό της εφηβείας του η δίψα για το διάβασμα, που την κάνει οδυνηρή η έλλειψη βιβλίων: «Κάθε στιγμή που δεν διάβαζα, μου φαινόταν χαμένη. Για τίποτε άλλο δεν πείνασα δε δίψασα περισσότερο σε τούτο τον κόσμο. Τα βιβλία έγιναν το ψωμί μου και το νερό μου. Γύριζα κάτω από τον ουρανό, όπως το πεινασμένο σκυλί
Το 1929 αναχωρεί για την Αθήνα, με όνειρο να συνεχίσει τις σπουδές του, ένα όνειρο που δεν θα πραγματοποιηθεί, κάτω από την πίεση της ανάγκης για άμεση εύρεση εργασίας. Προσλήφθηκε ως υπάλληλος αρχικά σε εταιρεία υδραυλικών έργων αποξήρανσης, ενώ στη συνέχεια, έως το 1932, έκανε διάφορες περιστασιακές χειρωνακτικές εργασίες. Το 1934 γνωρίζεται με τη φοιτήτρια της φιλολογίας Καλλιόπη Αποστολίδη, με την οποία παντρεύονται. Εργάζονται και οι δυο ως ημερομίσθιοι γραφείς στις Γενικές Αποθήκες Στρατού στον Πειραιά.
Το 1936 οδηγείται στην πυρά από το καθεστώς της 4ης Αυγούστου το βιβλίο του Ο Πόλεμος, που είχε κυκλοφορήσει τον προηγούμενο χρόνο.
Το 1938 προσλαμβάνεται ως Γραφέας στο Υπουργείο Εργασίας. Προηγουμένως είχε εργασθεί ως ιδιωτικός υπάλληλος και ως υπάλληλος υφαντουργείου.
Το 1940 πολεμάει στην πρώτη γραμμή ως απλός στρατιώτης. Τον Απρίλιο του 1941 διαλύεται το σύνταγμα στο οποίο υπηρετεί και επιστρέφει με τα πόδια στην Αθήνα. Οργανώνεται στο ΕΑΜ και παίρνει ενεργό μέρος στην Εθνική Αντίσταση. «Επέζησα χωρίς να το υπολογίζω από πριν, χωρίς να το περιμένω πως θα επιζήσω. Επέζησα έχοντας κερδίσει μια σπουδαία εμπειρία. Γύρισα μ’ έναν απέραντο θαυμασμό για τον ελληνικό λαό αυτόν καθ’ εαυτόν, τον λαό τον ακέφαλο, τον οργανωμένο από τα ίδια του τα αισθήματα, από την ίδια του τη φύση, μέσα στην αγραμματοσύνη του και τη στέρησή του. Να ένα θαυμαστό καταφύγιο! Γυρίζοντας, θα πήγαινα μαζί του
Το 1945 αναλαμβάνει τη βιβλιοκριτική στο περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», του οποίου αργότερα θα διατελέσει αρχισυντάκτης, εκδότης και διευθυντής, ενώ ταυτόχρονα απολύεται από το Υπουργείο Εργασίας για τα πολιτικά του φρονήματα.
Αργότερα προσλαμβάνεται ως γραφέας στον οικοδομικό Συνεταιρισμό Εκτελωνιστών Πειραιά. Το 1955 η θητεία του ως δημοτικού συμβούλου στον Δήμο Πειραιά τού δίνει τη δυνατότητα να αναπτύξει μια αξιόλογη πολιτιστική δράση από τη θέση του Προέδρου της Καλλιτεχνικής Επιτροπής του Δήμου.
Τα επόμενα χρόνια συνάντησε μεγάλες δυσκολίες οικονομικής επιβίωσης. Ανάμεσα σ’ άλλα, εργάστηκε ως ιματιοφύλακας στο Εθνικό Θέατρο, με παρέμβαση του Λουκή Ακρίτα.
Μετά το πραξικόπημα των συνταγματαρχών, ο ποιητής αυτοεξορίστηκε στην Ελβετία Φιλοξενείται στη Διεθνή Παιδούπολη Πεσταλότσι, στο Τρόγκεν της Ελβετίας, όπου ζει για τρία χρόνια. Επισκέπτεται ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και δίνει διαλέξεις.
Το 1973 το Σικελικό Ινστιτούτο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών τού προτείνει συνεργασία στη σύνταξη του ελληνοϊταλικού λεξικού και εγκαθίσταται στο Παλέρμο της Σικελίας.
Επέστρεψε στην Αθήνα κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης. Η Ακαδημία Αθηνών των τίμησε με το Βραβείο Ουράνη. Δώδεκα χρόνια αργότερα, το 1986, ανακηρύχθηκε μέλος της (26 Φεβρουαρίου 1986).
Πέθανε το 1991.
Προτάθηκε τέσσερις φορές για το βραβείο Νοbel λογοτεχνίας.

 Ο Νικηφόρος Βρεττάκος ύμνησε, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο ποιητή, το Φως, τον Ήλιο και την Αγάπη. Επικεντρώνεται στην ανθρώπινη ύπαρξη, γράφοντας για τη συγκίνηση και τα αισθητήρια, την έννοια της ομορφιάς μέσα στη Φύση, τη δύναμη της μνήμης, την ελληνικότητα μέσα από τη γλώσσα, την ουσία του πολιτισμού.
Και δεν ήταν μόνο «ένας άλλου είδους πολίτης». Ο Βρεττάκος ήταν και «ένας άλλου είδους στρατιώτης», όπως εξομολογείται ο ίδιος:
«Δούλευα σε όλη μου τη ζωή (...)
Έκανα τη θητεία μου.
Ένας στρατιώτης από άλλο στρατόπεδο·
Φιλούσα σκοπιά έξω απ’ τ’ όνειρο»



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου